εφιάλτης


εφιάλτης
[эфиалтис] ουσ. а. кошмар.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εφιάλτης" в других словарях:

  • Ἐφιάλτης — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιάλτης — nightmare masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφιάλτης — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ένας από τους Αλωάδες, που αποπειράθηκαν, σύμφωνα με την παράδοση, να βάλουν το όρος Πήλιο πάνω στην Όσσα, για να εξισώσουν το ύψος των δύο βουνών με τον Όλυμπο, ώστε να εκθρονίσουν από εκεί τους θεούς. Κατά τη διάρκεια όμως …   Dictionary of Greek

  • εφιάλτης — ο 1. ψυχοπνευματική ταραχή στον ύπνο από τρομακτικό όνειρο, αλλ. βραχνάς: Έχει εφιάλτες στον ύπνο του. 2. μτφ., καθετί που μας πιέζει ψυχικά και μας κρατάει σε έντονη αγωνία: Οι εξετάσεις μού έγιναν εφιάλτες. 3. (ζωολ.), το πουλί γκιόνης. 4.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἐφιάλται — Ἐφιάλτης masc nom/voc pl Ἐφιάλτᾱͅ , Ἐφιάλτης masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιάλται — ἐφιάλτης nightmare masc nom/voc pl ἐφιάλτᾱͅ , ἐφιάλτης nightmare masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эфиальт — (Εφιάλτης) 1) сын Эвридема, мелиец, изменнически указавший персам обход в Фермопильском ущелье, вследствие чего Леонид со своими спартанцами погиб, окруженный с двух сторон неприятелем; 2) сын Симонида, афинянин, сторонник и сотрудник Перикла в… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Ἐφιαλτῶν — Ἐφιάλτης masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφιαλτῶν — ἐφιάλτης nightmare masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐφιάλταις — Ἐφιάλτης masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)